Η Εταιρία

Την οικογενειακή παράδοση που μετράει πάνω από μισό αιώνα συνεχίζει η Μαρία Τσιχλάκη. Σε καιρούς δύσκολους, όπου ο κλάδος περνάει κρίση εκείνη είναι από τους ελάχιστους επαγγελματίες που επιμένουν. Οι βάσεις για την επιχείρηση τέθηκαν το 1950 όταν ο πατέρας της, Εμμανουήλ Τσιχλάκης, άρχισε να κατασκευάζει χειροποίητα ανδρικά υποδήματα. Πέντε χρόνια μετά και έχοντας πάντα δίπλα του τη σύζυγό του Ευαγγελία, επέκτεινε τις επαγγελματικές δραστηριότητές του και η αρχικά μικρή οικογενειακή επιχείρηση έγινε βιοτεχνία και άρχισαν και οι πρώτες εξαγωγές προς την Αίγυπτο. Από το 1985 στην επιχείρηση έκανε την είσοδό της και η Μαρία, η πρώτη από τις δύο κόρες, η οποία απέκτησε πολύτιμη εμπειρία που αξιοποίησε αργότερα όταν το 1995 ανέλαβε τη διεύθυνση του εργοστασίου. Μέχρι το 2000 το εργοστάσιο είχε έδρα στη Νίκαια και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην περιοχή του Ρέντη. Η αλλαγή της έδρας σηματοδότησε και την αλλαγή στη δομή και τον εξοπλισμό, αλλά όχι και στο αντικείμενο που συνέχισε να παραμένει το ίδιο: υποδήματα ανδρικά υψηλής ποιότητας όλων των τύπων από κλασσικά έως μοντέρνα.

Σήμερα στη επιχείρηση εργάζονται 17 άτομα τρία εκ των οποίων ανήκουν στην οικογένεια Τσιχλάκη. Είναι η Μαρία και οι δύο γιοι της. Ο Νίκος Περιμένης & Μάνος Περιμένης. Ο πρώτος βρίσκεται στο εργοστάσιο από την ηλικία των 18 ετών και είναι υπεύθυνος πωλήσεων. Ο δεύτερος, είναι υπεύθυνος παραγωγής. Και οι δύο επισκέπτονται διεθνείς εκθέσεις υποδημάτων και ενημερώνονται για τις τάσεις της μόδας.

Η παραγωγή είναι 300 ζευγάρια ημερησίως. Οι περισσότερες από τις πρώτες ύλες είναι εισαγόμενες από την Ιταλία και οι υπόλοιπες από επιλεγμένα ελληνικά εργοστάσια. Τα υποδήματα διατίθενται από ελληνικά καταστήματα καθώς και σε επιλεγμένα καταστήματα του εξωτερικού, σε Κύπρο, Λίβανο, Ισπανία και Ιταλία.

Το εργοστάσιο λειτουργεί σε ιδιόκτητες εγκαταστάσεις από το 2010 και είναι εξοπλισμένο με τα πλέον σύγχρονα μηχανήματα τα οποία δίνουν τη δυνατότητα να αυξηθεί ο όγκος παραγωγής, να βελτιωθεί η ποιότητα και να μειωθεί ο χρόνος παράδοσης των παραγγελιών. Ο εκσυγχρονισμός ξεκίνησε το 1998 και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, γεγονός που πιστοποιεί τη σημαντική δουλειά αλλά και το μεγάλο κόστος της επένδυσης αυτής. «Ο κλάδος περνάει κρίση, λέει η Μαρία Τσιχλάκη, όμως εμείς σε πείσμα των δύσκολων καιρών στηρίζουμε την ελληνική βιοτεχνία και επενδύουμε. Είμαστε από τους ελάχιστους που επιμένουμε και ελπίζουμε να δικαιωθεί η αγάπη, το μεράκι και η ελπίδα όχι μόνο η δική μας αλλά και των γονιών μας».

TOP